Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Χρηματοδοτούνται Έλληνες ερευνητές για να συνεχίσουν το έργο τους



Μια ελληνική επιστημονική ομάδα στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), με υπεύθυνο τον καθηγητή Γιάννη Βόντα, θα συντονίσει ένα νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα με στόχο την ανάπτυξη καινοτόμων μοριακών διαγνωστικών τεχνικών για τα κουνούπια που είναι φορείς της ελονοσίας. 
Η ομάδα πέτυχε μια σημαντική χρηματοδότηση στο πλαίσιο των ιδιαίτερα ανταγωνιστικών προγραμμάτων «Ορίζοντας 2020» (Horizon 2020) της ΕΕ. Το ερευνητικό πρόγραμμα, που απέσπασε την πρώτη θέση στην κατηγορία του, θα έχει διάρκεια τέσσερα χρόνια και προϋπολογισμό 3,1 εκατ. ευρώ. Στην ερευνητική ομάδα συμμετέχουν αναγνωρισμένα ευρωπαϊκά Ινστιτούτα, όπως το γερμανικό HSG (με συντονιστή, και βασικό συντελεστή του έργου τον Κωνσταντίνο Μιτσακάκη, διδάκτορα του Πανεπιστημίου Κρήτης), η Σχολή Τροπικής Ιατρικής του Λίβερπουλ, η Σχολή Τροπικής Ιατρικής της Ελβετίας, καθώς και τέσσερις χώρες της Αφρικής. 

«Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πρωτοποριακό και σημαντικό πρόγραμμα για την παγκόσμια υγεία, το οποίο προβάλλει διεθνώς το ΙΜΒΒ-ΙΤΕ και την Κρήτη, συμβάλλοντας στην καθιέρωση αριστείας στο αντικείμενο των εντόμων υγειονομικής σημασίας και των εντομομεταδιδόμενων ασθενειών», τόνισε ο διευθυντής του ΙΜΒΒ και καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης Νεκτάριος Ταβερναράκης. 
Το κουνούπι Anopheles gambiae είναι ο κύριος φορέας της ελονοσίας και ο μεγαλύτερος «δολοφόνος» του πλανήτη, προκαλώντας κάθε χρόνο τον θάνατο 600.000 ανθρώπων, κυρίως παιδιών στην Αφρική. 
Το ερευνητικό πρόγραμμα, που εντάσσεται στο πεδίο της νανοβιοτεχνολογίας και των μοριακών διαγνωστικών, αφορά στην ανάπτυξη μιας πλήρως αυτοματοποιημένης μοριακής διαγνωστικής πλατφόρμας για την ανάλυση των κουνουπιών. Στόχος είναι η γρήγορη εξακρίβωση του είδους τους (κατά πόσο τα κουνούπια είναι δυνητικοί φορείς ελονοσίας και άλλων ασθενειών ή όχι), της παρουσίας τυχόν παρασίτων της ελονοσίας σε αυτά, καθώς και πιθανών μεταλλάξεων και γονιδίων ανθεκτικότητας σε επιμέρους εντομοκτόνα. 
Η διαγνωστική πλατφόρμα θα αναλύει το γενετικό υλικό των κουνουπιών. Συγκεκριμένα, θα αναλύει ταυτόχρονα 10-15 μοριακούς δείκτες, τόσο στο επίπεδο του DNA, όσο και του RNA. Τα αποτελέσματα θα αποκτώνται γρήγορα, χωρίς να απαιτείται εξειδικευμένο προσωπικό και το κόστος της διάγνωσης θα είναι μικρότερο από ένα δολάριο ανά μοριακό δείκτη. Η διαγνωστική πλατφόρμα θα συνδέεται -χάρη στο κατάλληλο ενσωματωμένο λογισμικό- με βάσεις δεδομένων και συστήματα λήψης αποφάσεων. 
Η διαγνωστική πλατφόρμα που θα αναπτυχθεί, αναμένεται να συμβάλει στη λήψη αποφάσεων για την κατάρτιση βέλτιστων προγραμμάτων καταπολέμησης κουνουπιών-φορέων της ελονοσίας, και τη διαχείριση της ανθεκτικότητας που αυτά αναπτύσσουν ενάντια στα εντομοκτόνα. Αντίστοιχες πρωτοποριακές πλατφόρμες μπορούν να αναπτυχθούν και να εφαρμοστούν μελλοντικά και για άλλα είδη κουνουπιών και για εντομομεταδιδόμενες νόσους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου