Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

Ένα δισεκατομμύριο στην πραγματική οικονομία! - Πως παράγεται...



Εις πείσμα της διεθνούς οικονομικής αστάθειας αλλά και των πολλαπλών εσωτερικών προβλημάτων που έχουν φέρει την οικονομία μας σε δεινή θέση, ο Ελληνικός Ορυκτός Πλούτος συνεχίζει να συμβάλλει στην πραγματική οικονομία, στην απασχόληση, στο εμπορικό ισοζύγιο και το ΑΕΠ της Χώρας.
Σύμφωνα με την πλέον πρόσφατη έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης Ορυκτών Πρώτων Υλών του ΥΠΑΠΕν, η αξία των πωλήσεων πρωτογενών κι επεξεργασμένων ορυκτών πρώτων υλών (μεταλλευμάτων, ορυκτών, προϊόντων μηχανικής κατεργασίας, εμπλουτισμού, μεταλλουργικών προϊόντων, μαρμάρων και αδρανών υλικών), υπολογίζεται για τα έτη 2013-2014 περίπου στο ποσό των 1,3-1,5 δισ. € ετησίως, από το οποίο 68-70% ήταν το αποτέλεσμα εξαγωγών. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται ο τομέας βωξίτη-αλουμινίου, λατερίτη-νικελίου, λευκόλιθου-μαγνησιακών προϊόντων, τα βιομηχανικά ορυκτά και ο κλάδος αδρανών-μαρμάρων-φυσικών λίθων καθώς και ο τομέας της πρωτογενούς παραγωγής υδρογονανθράκων (upstream).

Δεν συμπεριλαμβάνονται α) η παραγωγή λιγνίτη, του κύριου ενεργειακού πόρου της Ελλάδας με εσωτερική κατανάλωση στο σύνολό της από τη ΔΕΗ ΑΕ β) οι κλάδοι τσιμεντοβιομηχανίας και του σκυροδέματος που είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τις ορυκτές πρώτες ύλες. Αν προστεθεί και η εκτίμηση για την τσιμεντοβιομηχανία και το σκυρόδεμα (περίπου 1 δισ. €.) καθώς και μια μέση εκτίμηση για την αξία του εξορυσσόμενου λιγνίτη (1 δισ. € ετησίως περίπου), η εκτίμηση για τη συνολική ετήσια συμβολή του κλάδου στο ΑΕΠ είναι περίπου 3,5 δισ. € (συμμετοχή 2% στο ΑΕΠ).
Ανατρέχοντας και στις προηγούμενες αντίστοιχες ετήσιες εκθέσεις του ΥΠΑΠΕν (πρώην ΥΠΕΚΑ), τα τελευταία 6 χρόνια της κρίσης (2009-2014), η εξορυκτική βιομηχανία ήταν -παρά την ύφεση- ίσως ο μόνος κλάδος στην Ελλάδα που διατήρησε τις θέσεις εργασίας και τις παραγωγικές του δομές σταθερές, επιτυγχάνοντας αθροιστικά για την εξαετία κύκλο εργασιών περί τα 18-20 δισ. € και εξαγωγές που υπερβαίνουν τα 10 δισ. €. Στο ίδιο διάστημα έχει πραγματοποιήσει συνολικές επενδύσεις σε νέα έργα, εξοπλισμό, εκσυγχρονισμό μεθόδων παραγωγής και διαχείρισης αποβλήτων ή αξιοποίησης παραπροϊόντων που υπερβαίνουν τα 2 δισ. €, ενώ για έργα αποκατάστασης περιβάλλοντος δαπανήθηκαν 100 εκατ. €. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ελλάδα έχει όλα τα χαρακτηριστικά Χώρας με μεταλλευτικό παρελθόν (όπου σημειωτέον η συμμετοχή στο ΑΕΠ ξεπερνούσε το 7-8%!), παρόν αλλά και μέλλον.
Όλα τα παραπάνω δεν έγιναν από μόνα τους, χωρίς προσπάθεια και πολλές φορές επώδυνους συμβιβασμούς. Οι επενδυτές θέλουν να βλέπουν σταθερότητα, προβλεψιμότητα και ανάπτυξη. Αυτή τη στιγμή, η Ελλάδα δεν παρουσιάζει τίποτα από αυτά, εντούτοις ο τομέας αγωνίζεται. Με στροφή στον εξαγωγικό προσανατολισμό, με βελτίωση στην ανταγωνιστικότητα, με (πολλές φορές επώδυνη) αναδιάρθρωση των επιχειρησιακών δομών, με εξαγορές και συγχωνεύσεις, με στρατηγικές συνεργασίες με εταίρους του εξωτερικού.
Εντούτοις, ας μην ξεχνάμε ότι δεδομένης της φύσης του αντικειμένου -τα κοιτάσματα δεν μετακινούνται και όλη η αλυσίδα εξόρυξης και πρωτογενούς επεξεργασίας παραμένει στην Ελλάδα- άρα στο χέρι μας είναι το μεγαλύτερο μέρος από την παραγόμενη αξία της δραστηριότητας να παραμένει στη Χώρα μας είτε με τη μορφή της αμοιβής των εργαζομένων, είτε ως υπηρεσίες, είτε ως φόροι και ως royalties, είτε ως κοινωνική εταιρική ευθύνη. Σίγουρα ο τομέας του τουρισμού, που κι αυτός λόγω της φύσεώς του έχει επίσης το προνόμιο να μην μετακινείται από τον τόπο μας, αποδεικνύεται για μια ακόμη φορά το βαρύ πυροβολικό κομίζοντας έσοδα που υπερβαίνουν τα 15 δισ. ευρώ (για το 2015) και άμεση συμμετοχή στο ΑΕΠ περίπου 10%. Εντούτοις, σιγά-σιγά όλοι αντιλαμβάνονται ότι η ανάπτυξη θέλει πλουραλισμό και αντίβαρα, όχι μονοκαλλιέργειες κι αποκλεισμούς.
Και κανείς σήμερα που ψάχνουμε επειγόντως για δισ. ευρώ, ως ισοδύναμα στον προϋπολογισμό για να κλείσουμε τρύπες πχ. στον ασφαλιστικό/συναξιοδοτικό κλπ., δεν μπορεί να αγνοήσει τον Ελληνικό Ορυκτό Πλούτο, που επιπλέον χαρακτηρίζεται από μεγάλη διάχυση ωφελειών στην οικονομία καθώς και τεράστια συνεισφορά στην Περιφερειακή Ανάπτυξη, ειδικά σε υποβαθμισμένες ή ορεινές περιοχές όπου δεν «ευδοκιμεί» ο τουρισμός.
Μια συνεισφορά που πρέπει να μεγαλώσει τόσο οριζόντια (με νέους τομείς πχ. τα πετρέλαια) όσο και κάθετα (με την καθετοποίηση της παραγωγής προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, πχ. μεταλλουργία χαλκού και χρυσού) προσφέροντας και στις δύο περιπτώσεις περισσότερα στον τομέα των δημοσίων εσόδων που τόσο έχουμε ανάγκη.
Και μια παρατήρηση που την κάνω πάντα όχι για να υπάρχει ως…πασπαρτού καραμέλα αλλά επειδή την πιστεύω και αφορά το περιβαλλοντικό διακύβευμα: η εκμετάλλευση ορυκτών δεν αποτελεί αυτοσκοπό και γι” αυτό -όταν γίνεται- πρέπει να γίνεται όχι απλώς με «κάποιες» περιβαλλοντικές αναστολές αλλά με ασφαλή διαχείριση των κινδύνων και του περιβάλλοντος καθώς και των αποβλήτων που τυχόν παράγονται. Διαφορετικά η ανάπτυξη δεν είναι βιώσιμη, αξιοβίωτη αλλά ..αβίωτη. Διαφορετικά, από τη μια ράβουμε και από την άλλη ξηλώνουμε…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου