Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2015

'Μπαμπά, θα πεθάνω από τις βόμβες;'


Πόσο δύσκολη είναι η φυγή από την κόλαση της Συρίας; 
Πως αντιδρά ένα τρομαγμένο μικρό παιδί που είναι 15 μέρες στο δρόμο και κοιμάται πάνω σε πέτρες; 
Οι αφοπλιστικές ερωτήσεις και η απελπισία ενός πατέρα που δεν έχει απαντήσεις (PICS)

"Βρίσκομαι στην ουδέτερη ζώνη της Ειδομένης, στα σύνορα Ελλάδας - ΠΓΔΜ, όπου χιλιάδες πρόσφυγες συρρέουν καθημερινά προκειμένου να περάσουν στα Βαλκάνια και από εκεί να συνεχίσουν την μεγάλη πορεία τους για τις χώρες της βόρειας Ευρώπης.

Επικρατεί ένταση, φωνές και καταστολή από την σκοπιανή αστυνομία, που επιχειρεί να θέσει υπό έλεγχο το ανυπόμονο πλήθος. Μέσα στο χάος, γίνεται προσπάθεια να δοθεί προτεραιότητα στα γυναικόπαιδα. Μπροστά μου βρίσκεται μια πενταμελής οικογένεια από τη Συρία.
ADVERTISEMENT

Ο μικρός Μοχάμεντ κοιτάζει έντρομος τον πάνοπλο αστυνομικό που ορθώνεται μπροστά του. Η μητέρα του τον κρατά σφιχτά από τη μπλούζα. Δίπλα του είναι ο μικρός του αδερφός Αχμάντ, ενώ ακολουθεί ο πατέρας του Γιόσεφ, που κουβαλά τη μικρή του αδελφή Λίντα στους ώμους.
Οι Σκοπιανοί τους αφήνουν να περάσουν. Σε λίγο θα μεταφερθούν σε κέντρο υποδοχής προσφύγων στη συνοριακή πόλη Γευγελή. Εκεί θα βρουν νερό και φαγητό που θα τους προσφέρουν οι εθελοντές της Legis και του Ερυθρού Σταυρού, καθώς και μερικές τέντες  για να προστατευθούν προσωρινά από τον ήλιο, όσο θα περιμένουν να ολοκληρωθεί η καταγραφή τους.

  Τους συναντώ ξανά κάτω από ένα υπόστεγο στο κέντρο υποδοχής. Η μικρή Λίντα κοιμάται. Ο Γιόσεφ είναι ανήσυχος και κουρασμένος. «Εδώ και 10 μέρες κοιμόμαστε πάνω σε πέτρες. Είμαστε πάρα πολύ βρώμικοι, χρειαζόμαστε μπάνιο. Τα παιδιά έχουν εξουθενωθεί. Οι μπαταρίες τους έχουν αδειάσει. Ακόμα κι εγώ έχω αδειάσει», μου λέει.
Αναρωτιέται πότε θα πάρουν τα χαρτιά τους, που θα πάνε μετά. Προσπαθώ να τον καθησυχάσω, ενώ μου διηγείται την ιστορία του σε άπταιστα Αγγλικά. Ο Γιόσεφ είναι 38 ετών, μηχανικός στο επάγγελμα, με σπουδές στη Γερμανία.  Στο Χαλέπι είχε τη δική του εταιρία με 40 υπαλλήλους, ήταν ευκατάστατος και ζούσε καλά με την οικογένειά του, μέχρι που ο πόλεμος διέλυσε τα πάντα.


 

Μπαμπά, θα πεθάνω από τις βόμβες;

«Πήρα την απόφαση να φύγω όταν η κόρη μου με ρώτησε: ‘μπαμπά, θα πεθάνω από τις βόμβες;’ Εκείνη με οδήγησε εδώ. Οι βομβαρδισμοί είναι αδιάκοποι και καθημερινοί. Πέρα από τον κίνδυνο, παρατήρησα ότι ο Μοχάμεντ τα πήγαινε πολύ καλά με τα μαθήματά του, ξέρει και λίγα αγγλικά, οπότε σκέφτηκα ότι στη Συρία το μέλλον των παιδιών μου καταστρέφεται μέρα με τη μέρα. Έτσι πούλησα τα πάντα σε εξευτελιστικές τιμές και είπα στον εαυτό μου:

»Θα φύγω φτωχός, θα έχω μόνο νερό και ψωμί, αλλά τα παιδιά μου θα μπορούν να πάνε σχολείο.

»Δεν με νοιάζει για τον εαυτό μου.  Δεν με νοιάζει που τα ξεπούλησα όλα, δεν με νοιάζει για την εταιρία, θέλω μόνο τα παιδιά μου να πάνε σχολείο γιατί πιστεύω ότι η μόρφωση είναι πολύ σημαντική. Γιατί έχει πόλεμο στη χώρα μου; Γιατί υπάρχουν πολλοί αδαείς άνθρωποι, αμόρφωτοι, ακαλλιέργητοι. Δεν δέχονται το διαφορετικό, κατακρίνουν τα πιστεύω σου, το παρουσιαστικό σου, τη θρησκεία σου.  Αυτό οδηγεί στον πόλεμο, έναν βρώμικο πόλεμο.
»Επιπλέον δεν μπορείς να ζήσεις εκεί. Κάθε μέρα γίνεσαι όλο και πιο φτωχός. Κανείς δεν έχει πλέον λεφτά στη Συρία, εκτός από την πολιτοφυλακή. Στο  τέλος η μόνη σου επιλογή είναι να δουλέψεις  για εκείνους. Όμως αν τους προσφέρεις τις υπηρεσίες σου, γίνεσαι ένας από  αυτούς.

»Η καλύτερη λύση είναι να φύγεις, να φύγεις όσο πιο μακριά μπορείς από την κόλαση, η Συρία είναι κόλαση.

»Παλιά ήταν ένα καλό μέρος, ναι είχαμε δικτατορικό καθεστώς, αλλά ο λαός ζούσε. Τώρα επικρατεί χάος και παράνοια. Είναι θέμα τύχης πότε θα σε πετύχει η βόμβα. Όλος ο κόσμος ζει με αυτό τον φόβο. Ακούμε καθημερινά τα βομβαρδιστικά να καταφθάνουν και ο ήχος της βόμβας είναι φρικτός. Αν είσαι ακριβώς από κάτω δεν ακούς τίποτα γιατί κινείται πιο γρήγορα από τον ήχο. Όμως αν είσαι τριγύρω ακούς αυτό τον τρομακτικό θόρυβο. Τρέχουμε στο υπόγειο, όμως ούτε εκεί είμαστε ασφαλείς. 400 κιλά που πέφτουν από τον ουρανό μπορούν να καταρρίψουν 3-4 κτίρια. Δεν μπορούσαμε να το αντέξουμε άλλο».

  Είναι 5 το απόγευμα. Περισσότεροι από 3.000 άνθρωποι έχουν συγκεντρωθεί στο κέντρο υποδοχής προσφύγων στη Γευγελή και συνεχώς καταφθάνουν κι άλλοι. Είναι αδύνατον να καταγραφούν όλοι. Η σκοπιανή αστυνομία αποφασίζει να διακόψει τη διαδικασία για να επιβιβαστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι σε τραίνα και να μεταφερθούν βόρεια, στο Ταμπανόβτσε, από όπου θα περάσουν τα σύνορα για τη Σερβία. Τους χωρίζουν σε ομάδες και τους καθίζουν στο χώμα για να περιμένουν το τραίνο.


  Μετά τα βίαια επεισόδια των περασμένων ημερών και τις εικόνες με τους πυροβολισμούς και τα δακρυγόνα που έκαναν το γύρο του κόσμου, η ΠΓΔΜ άνοιξε διάπλατα τα σύνορά της και προωθεί τους πρόσφυγες και τους μετανάστες βόρεια. Κανείς δεν θέλει να μείνει εκεί ούτως η άλλως. Οι περισσότεροι κατευθύνονται στη Γερμανία και άλλες χώρες της βόρειας Ευρώπης.
Ρωτάω τον Γιόσεφ που θέλει να πάει. «Δεν με νοιάζει» μου απαντά.
«Θα ήθελα να πάμε στη Γερμανία, γιατί μιλάω γερμανικά και αυτό θα με βοηθήσει. Είναι καλά στη Γερμανία, έχω σπουδάσει εκεί, υπάρχει οργάνωση, δικαιοσύνη και οι Γερμανοί είναι έξυπνοι άνθρωποι. Αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω».
Μου περιγράφει το δύσκολο ταξίδι τους από τη Συρία έως εδώ. Ξεκίνησαν πριν από δύο εβδομάδες. Για να περάσουν τα σύνορα με την Τουρκία έπρεπε να περπατήσουν στα βουνά μέσα στη νύχτα για πολλές ώρες. Στα σύνορα ένας Τούρκος αστυνομικός σκότωσε εν ψυχρώ μία 16χρονη κοπέλα, την πυροβόλησε απευθείας στο στήθος. Από την Τουρκία πέρασαν στη Μυτιλήνη όπου επικρατούσε χάος. Ήρθαν με πλοίο στον Πειραιά, ταξίδεψαν όλη νύχτα για τα σύνορα και από το πρωί βρίσκονται εδώ.
Αρχίζει και νυχτώνει.

Tο πρώτο τραίνο καταφθάνει στις 8 το βράδυ αλλά δεν τους χωράει όλους. Πρέπει να περιμένουν κι άλλο, καθισμένοι στο χώμα και τις πέτρες, κανείς δεν ξέρει για πόσο. Όπως μου εξηγούν οι εθελοντές, η ΠΓΔΜ δεν διαθέτει αρκετά τραίνα για όλους αυτούς τους χιλιάδες ανθρώπους που καταφθάνουν καθημερινά. Ωστόσο, η αναμονή εντείνει την αγωνία τους. Θα φτάσουν νύχτα στο Ταμπανόβτσε και θα πρέπει να περπατήσουν μέσα στο σκοτάδι για να περάσουν στη Σερβία.

«Σε κάθε χώρα που πάμε τα πράγματα είναι όλο και πιο δύσκολα. Δεν ξέρω γιατί μας συμπεριφέρονται τόσο άσχημα, γιατί δεν υπάρχει καμία οργάνωση, γιατί κάθε βήμα πρέπει να είναι γεμάτο αγωνία, θέλουν να το κάνουν ακόμα πιο οδυνηρό για εμάς; Γιατί παντού καθυστερούν τα τραίνα, τα λεωφορεία, τα χαρτιά μας; Δεν μπορούμε να μείνουμε σε ένα ξενοδοχείο, τα παιδιά μου κοιμούνται πάνω σε πέτρες, πρέπει να ξεκουραστούνε. Είμαστε άνθρωποι, δεν είμαστε κλέφτες. Εγκαταλείψαμε τη χώρα μας λόγω του πολέμου.
»Προσπαθούμε να πάρουμε κάποιες πληροφορίες αλλά κανείς δεν μας δίνει απαντήσεις. Μόνο να περιμένουμε. Να περιμένουμε, να μην ανησυχούμε.

»Θέλω να είμαι ήσυχος, να πιστεύω ότι κανένας δεν θα μας πυροβολήσει εδώ πέρα, ξέρω ότι είμαστε πλέον στην Ευρώπη, όμως υποφέρουμε»



Μπαμπά, θα έρθουν και οι αστυνομικοί μαζί μας στο τραίνο;

Για έναν Σύρο μεσοαστό που αναγκάστηκε να ξεπουλήσει τα πάντα και να γίνει πρόσφυγας, η απώλεια της αξιοπρέπειας μπορεί να είναι εξίσου οδυνηρή με τον κίνδυνο του θανάτου.
Σχολιάζει τη συμπεριφορά των αστυνομικών και μου λέει ότι η Λίντα τους φοβάται. Τον ρωτά αν θα έρθουν κι αυτοί μαζί τους στο τραίνο. Παρόλα αυτά ο Γιόσεφ μπορεί να τους δικαιολογήσει:
«Καταλαβαίνω ότι προσπαθούν να κάνουν τη δουλειά τους, όμως γιατί μας μιλάνε άσχημα; Γιατί φωνάζουνε; Παρατήρησα ότι είναι εδώ από το πρωί και είναι πλέον νύχτα. Με τόσες ώρες δουλειάς είναι λογικό να υπάρχει ένταση από μέρους τους».

  Το  επόμενο τραίνο καταφθάνει στις 11 το βράδυ. Το γκρουπ του Γιόσεφ αποτελείται από 8 άτομα, τη δική του πενταμελή οικογένεια και την τριμελή οικογένεια του αδερφού του. Τέσσερις ενήλικες και τέσσερα παιδιά. Ταξιδεύουν αχώριστοι. Η μεγαλύτερη αγωνία των ανθρώπων που συνάντησα σε αυτό το ταξίδι είναι να μην χωριστούν από τους δικούς τους. Επιβιβάζονται στο τραίνο όλοι.


  Στις τέσσερις τα ξημερώματα βρισκόμαστε στο Τομπανόβτσε, στα σύνορα της ΠΓΔΜ με τη Σερβία. Ο Γιόσεφ σκέφτεται να κατασκηνώσουν και να περάσουν εκεί τη νύχτα. Πρέπει να ξεκουραστούν γιατί έχουν να περπατήσουν μερικά χιλιόμετρα μέχρι το πρώτο σερβικό χωριό. Όμως τελικά αλλάζει γνώμη όταν βλέπει τους περισσότερους να φεύγουν επί τόπου.

«Μου είπανε ότι είναι επικίνδυνα, ότι υπάρχουν ληστές και πρέπει να περπατάμε σε μεγάλες ομάδες γιατί γίνονται κλοπές και επιθέσεις. Γι αυτό θα ακολουθήσουμε το πλήθος. Θα κάνω το καλύτερο που μπορώ για να προστατεύω τα παιδιά μου».

  Τους ακολουθώ μέσα στο σκοτάδι μέχρι τη συνοριογραμμή. Δεν μου επιτρέπεται να περάσω μαζί τους, ελπίζω να τους συναντήσω ξανά σε λίγες ώρες στη Σερβία.


  Το επόμενο πρωί φτάνω στο Πρέσεβο. Εκεί έχει δημιουργηθεί ένα κέντρο υποδοχής, προκειμένου οι σερβικές αρχές να κάνουν την καταγραφή των μεταναστών και των προσφύγων, να πάρουν τα δακτυλικά τους αποτυπώματα και να τους δώσουν την πολυπόθητη άδεια παραμονής 72 ωρών, που θα τους επιτρέψει να χρησιμοποιήσουν τα Μέσα Μεταφοράς, να μείνουν σε ένα ξενοδοχείο και να προετοιμαστούν για τον επόμενο δύσκολο σταθμό του ταξιδιού τους, το πέρασμα στην Ουγγαρία.

  Η ουρά στην είσοδο του κέντρου είναι ατελείωτη. Βλέπω τους αστυνομικούς απ’ έξω και σκέφτομαι τη Λίντα, πόσο φοβισμένη είναι. Μπαίνω μέσα και ψάχνω να τους βρω.
Ευτυχώς είναι εκεί, στριμωγμένοι κάτω από ένα υπόστεγο, εμφανώς ταλαιπωρημένοι. Περιμένουν, δεν ξέρουν για πόσο. Ανυπομονούν να πάρουν το χαρτί, να πάνε σε ένα ξενοδοχείο, να κάνουν μπάνιο και να κοιμηθούν σε κρεβάτι.

  Το ηθικό του Γιόσεφ είναι εμφανώς πεσμένο. Η κούραση συσσωρεύεται και οι έγνοιες δεν τελειώνουν. Τώρα που πέρασε στη Σερβία, σκέφτεται πώς θα περάσει στην Ουγγαρία.
«Μου είπανε ότι θα πρέπει να περπατήσουμε πάρα πολύ και ότι είναι επικίνδυνα. Θα πάρω το ρίσκο. Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Δεν υπάρχει επιστροφή στη Συρία.

»Θα είμαστε στα χέρια του Θεού και με οδηγό το GPS θα περπατήσουμε».


Μπαμπά, πότε θα πάμε σπίτι; Η Λίντα δεν φεύγει ποτέ από την αγκαλιά του μπαμπά της. Ο Γιόσεφ λατρεύει και τα τρία του παιδιά αλλά έχει ιδιαίτερη αδυναμία στην κόρη του. Βουρκώνει κάθε φορά που μιλά για εκείνη:
«Κοιτάζω τον μικρό μου θησαυρό, τη Λίντα. Με ρωτάει μπαμπά πότε θα πάμε σπίτι; Δεν μπορώ να βρω μια καλή απάντηση να της δώσω.
»Νομίζει ότι είμαι σαν το Θεό. Αλλά δεν είμαι.
»Η μόνη δικαιολογία που μπορώ να βρω είναι ότι είμαστε προσωρινά άστεγοι.

»Μέχρι να βρούμε ένα νέο σπίτι, το μόνο που μπορώ να της προσφέρω είναι λίγο φαγητό και πολλή αγάπη, πολλές έξτρα δόσεις αγάπης».


 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου